Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Τα μαύρα σύννεφα μιας νέας κρίσης (άρθρα των Κ. Λαπαβίτσα και Μ. Λίτση)

http://aristeroblog.gr
Βαδίζουμε μήπως πρός ένα νέο παροξυσμό κρίσης τροφοδοτούνμεο από τα αλληλο-εξαρτώμενα γεγονότα του περιορισμού του ''φτηνού χρήματος'' από την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ και το κύμα υποτιμήσεων των νομισμάτων των αναπτυσσόμενων χωρών; 
Οι ραγδαίες και συνάμα πυκνές εξελίξεις σε χώρες όπως η Αργεντινή, η Τουρκία, η Ινδία και φυσικά η Κίνα, έρχονται να υπενθυμίσουν ότι η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, μπορεί να καναλιζάρεται προσωρινά από τις ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες με αξιοποίηση ακριβώς της ιμπεριαλλιστικής επιβολής τους και την πολιτικο-στρατιωτική τους υπεροχή, αλλά κάθε άλλο παρά μπορεί να αναιρείται ουσιαστικά.
Από την άλλη, η μορφή της κυοφορούμενης κρίσης, με έναυσμα την κατάρρευση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, θέτει τα όρια της συζήτησης γύρω από το  νόμισμα από μόνο του και  θέτει επί τάπητος το δίλημμα ''αντιδραστική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού ή αντικαπιταλιστική ανατροπή''.
Δημοσιεύουμε δύο πολύ σημαντικά άρθρα γύρω από τις εξελίξεις, του Κώστα Λαπαβίτσα και του Μωυσή Λίτση, τα οποία παρά τις φανερές αποκλίσεις στις προσεγγίσεις τους, δίνουν σημαντικό υλικό και ουσιαστικές σκέψεις για τα παραπάνω ερωτήματα.


Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ
Την προηγούμενη εβδομάδα η Αργεντινή υποτίμησε το ‘επίσημο’ πέσο κατά 15%, ενώ το ‘ανεπίσημο’, ή ‘μπλε΄, πέσο υποχώρησε ακόμη περισσότερο. Η κίνηση αυτή έφερε με μιας αναταραχή στις αγορές συναλλάγματος και άλλων αναπτυσσομένων χωρών, όπως η Τουρκία, η Νότια Αφρική και η Βραζιλία. Η ένταση που από μήνες έχει συσσωρευτεί στις διεθνείς συναλλαγές των αναπτυσσομένων χωρών φαίνεται ότι οδηγεί σε νέα συναλλαγματική και χρηματοπιστωτική κρίση, της οποίας η Αργεντινή ίσως αποδειχθεί ο καταλύτης. Οι κεντρικές τράπεζες της Ινδίας και της Νότιας Αφρικής ήδη ανέβασαν τα επιτόκια για να προστατεύσουν τα νομίσματά τους. Εκεί όμως που τα πράγματα πηγαίνουν ταχέως προς κρίση είναι η Τουρκία, όπου η κεντρική τράπεζα την Τρίτη εκτόξευσε το επιτόκιο των ρέπος από 4,5% σε 10% και το επιτόκιο του βραχυπρόθεσμου δανεισμού από 7,75% σε 12% σε μια προσπάθεια να σταματήσει την καθίζηση της λίρας.

Οι αναπτυσσόμενες χώρες ωθούνται σε κρίση για μια ακόμη φορά λόγω της δομής του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και το ρόλου των ΗΠΑ σ’ αυτό. Η γιγαντιαία κρίση του 2007-9 έπληξε μεν τις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά το βάρος έπεσε στις χώρες του ώριμου καπιταλισμού και κυρίως στις ΗΠΑ. Για την αντιμετώπιση της κρίσης κινητοποιήθηκαν οι κεντρικές τράπεζες, οι οποίες για περίπου τέσσερα χρόνια δημιούργησαν τεράστια ποσά ρευστότητας με στόχο τη διάσωση των τραπεζών και την αποτροπή βαθιάς ύφεσης. Τα ποσά είναι ιλιγγιώδη. Μόνο στις ΗΠΑ ο Μπεν Μπερνάνκε έχει διαθέσει περίπου 3 τρις δολάρια οδηγώντας τα επιτόκια κοντά στο 0%. Στην ουσία πρόκειται για τεράστια κρατική στήριξη των ιδιωτικών τραπεζών, οι οποίες, αφ’ ενός, απολαμβάνουν πρόσβαση σε πάμφθηνο ρευστό και, αφ’ ετέρου, μπορούν να δανείσουν με υψηλότερο επιτόκιο εξασφαλίζοντας κέρδη. Η κρατική αυτή στήριξη είναι και ο κύριος λόγος ανάκαμψης του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος μετά την κρίση του 2007-9 που σχεδόν έφερε την ολική του καταστροφή

Μέρος του πάμφθηνου χρήματος, όπως ήταν φυσικό, κατέληξε στις αγορές των αναπτυσσομένων χωρών. Οι ροές κεφαλαίων ανέκαμψαν δυναμικά μετά το 2009 και οι αναπτυσσόμενες χώρες βρέθηκαν ξανά να έχουν στη διάθεσή τους μεγάλη ρευστότητα από το εξωτερικό. Όταν το χρήμα είναι φθηνό, αυτός που το δανείζεται δε δίνει ιδιαίτερη σημασία στο που θα το επενδύσει. Ακόμη και στην κατεστραμμένη Ελλάδα έφθασαν τα απόνερα αυτού του κύματος ρευστότητας, κάνοντας διάφορους να μιλούν για κάποιον (πολύ καλά) κρυμμένο δυναμισμό της οικονομίας που ‘βλέπουν οι ξένοι’. 

Πολλά πράγματα έχουν φυσικά αλλάξει στις αναπτυσσόμενες χώρες από την τελευταία μεγάλη τους κρίση, αυτή του 1997-2001. Οι ισοτιμίες είναι πλέον μεταβαλλόμενες και όχι προσδεδεμένες στο δολάριο, υπάρχουν μεγάλα αποθεματικά συναλλάγματος (κυρίως δολαρίου) και έχουν εμφανιστεί μεγάλες εγχώριες αγορές ομολόγων, έχει δηλαδή προχωρήσει η χρηματιστικοποίηση. Η κυριότερη βέβαια διαφορά είναι η εμφάνιση της Κίνας ως τεράστιας αγοράς πρώτων υλών που έχει επιτρέψει σε αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες να σημειώσουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για χρόνια. 

Αλλά η ιδέα ότι οι χώρες αυτές αποτελούν σίγουρη και προσοδοφόρα επένδυση για το φθηνό χρήμα από τις ΗΠΑ και αλλού είναι φυσικά μύθος. Οι αναπτυξιακοί τους ρυθμοί εξαρτώνται από εξωγενείς παράγοντες, ο κυριότερος των οποίων είναι η κινεζική ζήτηση. Από το 2012 και μετά οι επιδόσεις πολλών αναπτυσσομένων χωρών είναι κάτω του μετρίου, καθώς υποχωρεί η ανάπτυξη της Κίνας. Η προβληματικοί ρυθμοί ανάπτυξης δημιουργούν κίνδυνο βίαιης αντιστροφής των εισροών ξένων κεφαλαίων γεννώντας κρίση. Η ανακοίνωση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας το Δεκέμβριο του 2013 ότι πλέον θα περιορίσει τη δημιουργία υπερβολικά φθηνού χρήματος, επέτεινε την ανησυχία για εμφάνιση νέας παγκόσμιας κρίσης που ίσως χαρακτηριστεί από κατάρρευση των ισοτιμιών και εμφάνιση ύφεσης. Αυτό ήταν το κλίμα μέσα στο οποίο η Αργεντινή υποτίμησε το πέσο δραστικά γιγαντώνοντας την αναταραχή στις αγορές συναλλάγματος των αναπτυσσομένων χωρών. 

Το παράδοξο είναι ότι οι παράγοντες που καθόρισαν την απόφαση της Αργεντινής μικρή σχέση έχουν με αυτούς που επηρεάζουν την πορεία των υπολοίπων αναπτυσσομένων χωρών. Τα χρόνια που πέρασαν η Αργεντινή δεν είχε σημαντικές εισροές ξένου κεφαλαίου. Πως θα μπορούσε άλλωστε, αφού το 2001 έκανε παύση πληρωμών και μετά δραστική διαγραφή του χρέους της; Παρά τη συμφωνία που τελικά επήλθε, η χώρα δεν κατόρθωσε να επιστρέψει κανονικά στις αγορές και ο λόγος είναι τα λεγόμενα ‘όρνεα’ των αγορών, κυρίως η εταιρεία Έλιοτ που κατέχει σημαντικό όγκο παλαιών ομολόγων, απαιτεί πλήρη αποπληρωμή και δε δέχεται το διακανονισμό που οι άλλοι δανειστές αποδέχθηκαν. Τα ‘όρνεα’ αυτά έχουν πρόσφατα κερδίσει δικαστικές αποφάσεις στα αμερικανικά δικαστήρια και ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν δεν επιτρέπει στην Αργεντινή να επιδιώξει νέο δανεισμό.
Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι λοιπόν η αντιστροφή των διεθνών κεφαλαιακών ροών, αλλά η μεγάλη έξοδος εγχώριου κεφαλαίου. Εδώ τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα και χρειάζεται προσοχή, Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί είναι ότι η εξέλιξη αυτή δεν είναι αποτέλεσμα της παύσης πληρωμών του 2001, όπως βιάστηκαν να πουν με τη γνωστή τους χαιρεκακία οι μνημονιακοί κύκλοι στην Ελλάδα. Είναι γνωστό εξάλλου ότι από το 2010 και μετά δεν έχει υπάρξει ευκαιρία να ειπωθεί κάτι κακό για την Αργεντινή που να έχει αφεθεί ανεκμετάλλευτη από τους μνημονιακούς. Η επωδός είναι πάντα η ίδια: ευτυχώς που δεχθήκαμε την Τρόικα και δεν κάναμε του κεφαλιού μας, όπως  η Αργεντινή. Ουδεμία σχέση έχει όμως αυτή η αποστροφή με την πραγματικότητα. Μετά την παύση πληρωμών και τη βαθιά κρίση του 2002, η Αργεντινή γνώρισε την πιο επιτυχημένη δεκαετία ανάπτυξης στην ιστορία της που συγκρίνεται μόνο με την Κίνα
Ο μοχλός ανάκαμψης ήταν η ανάκτηση της εγχώριας αγοράς, αλλά και η έντονη άνοδος των εξαγωγών. Κι εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Οι εξαγωγές της Αργεντινής ήταν το 2013 κατά 60% βασισμένες στο αγροτικό τομέα που κυριαρχείται από μεγάλα επιχειρηματικά συγκροτήματα. Οι εισαγωγές, από την άλλη, είναι κατά 80% προϊόντα του δευτερογενούς τομέα. Η χώρα έχει παρουσιάσει μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα συνεχώς από το 2003, αλλά τα πλεόνασμα φθίνει, ιδίως το τελευταίο διάστημα. Ο λόγος φαίνεται να είναι η απομείωση της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων λόγω της ανόδου του πληθωρισμού που πλέον είναι πάνω από 20%. Τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, ως εκ τούτου, πιέζουν από καιρό για μέτρα περιορισμού του πληθωρισμού. Παράλληλα, δεν προχωρούν σε ρευστοποίηση εξαγωγών σόγιας που έχουν ήδη συμφωνηθεί - ύψους 4δις - αλλά προτιμούν να περιμένουν κερδοσκοπώντας με την προοπτική της υποτίμησης.  
Τα αγροτικά συμφέροντα σε συμμαχία με το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο που επιδιώκει την ‘εξομάλυνσητου χρέους και τη επιστροφή της χώρας στις ‘φυσιολογικές’ δραστηριότητες των παγκοσμίων αγορών, έχουν σταδιακά δημιουργήσει συνθήκες πολιτικής αναταραχής, με μοχλό την άνοδο του πληθωρισμού την τελευταία διετία. Το αποτέλεσμα είναι έντονη κοινωνική ανησυχία ότι η χώρα κινδυνεύει με κατάρρευση, πράγμα που οδηγεί σε διαρροή κεφαλαίων και άρα σε μεγάλη απώλεια συναλλαγματικών αποθεμάτων. Από περίπου 50δις δολάρια προ διετίας, τα αποθέματα έχουν πέσει κάτω από 30δις σήμερα. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η Αργεντινή συνεχίζει να κάνει πληρωμές στο χρέος της από τα αποθέματά της. Δεδομένου ότι η χώρα δεν έχει πρόσβαση στις αγορές, η ανησυχία της κοινωνίας συντείνει στην εμφάνιση κρίσης.

Στο στόχαστρο των εγχώριων συντηρητικών δυνάμεων, αλλά και των διεθνών καλοθελητών που έχουν ξεσπαθώσει, είναι η ριζοσπαστική κατεύθυνση που έχει πάρει η Αργεντινή τα τελευταία χρόνια, παρά τις αναμφίβολες αδυναμίες της. Το ζητούμενο είναι να φανεί ότι ‘δεν υπάρχει άλλος δρόμος’, ότι όποιος πάει κόντρα ‘στις αγορές’ καταστρέφεται. Η πίεση που δέχεται η κυβέρνηση Φερνάντες και ειδικά ο υπουργός Οικονομικών, Άξελ Κισιλόφ, είναι τεράστια. Δυστυχώς δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις ότι θα καταφέρουν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις πιέσεις και κινούμενοι ριζοσπαστικά. Η υποτίμηση που πρόσφατα ανακοινώθηκε, όπως και η μερική άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, αποτελούν υποχώρηση που δεν πρόκειται να λύσει το εγχώριο πρόβλημα. 

Θα είναι σφάλμα και ήττα των εναλλακτικών δυνάμεων παγκοσμίως, αν η κυβέρνηση Φερνάντες προχωρήσει σε συντηρητικές μεθόδους ελέγχου του πληθωρισμού, με περιοριστική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική και άλλα μέτρα που θα κάνουν την Αργεντινή μια ακόμη ‘φυσιολογική’ χώρα του παγκόσμιου συστήματος. Έχει απόλυτη σημασία να ληφθούν μέτρα δραστικά που θα λύσουν την κρίση προς όφελος των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων περιορίζοντας το επιθετικό εγχώριο κεφάλαιο. Από τις αποφάσεις που θα λάβει το Μπουένος Άιρες θα εξαρτηθούν πολλά και για το πώς οι άλλες αναπτυσσόμενες χώρες θα αντιμετωπίσουν τη νέα κρίση που τους επιφυλάσσει το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

*Πηγή: costaslapavitsas.blogspot.gr

Του ΜΩΥΣΗ ΛΙΤΣΗ
  
 Τι κοινό έχουν η Τουρκία, η Αργεντινή, η Ινδία, η Νότιος Αφρική και η Ουκρανία; Τίποτα πέραν του ότι για τους γύπες των αγορών ανήκουν συλλήβδην στο «καλάθι» των αναδυόμενων οικονομιών: οικονομιών που αναπτύσσονται ταχέως χάρη στα δολάρια που δανείζει η Γουόλ Στριτ, κάνοντας τα εθνικά τους νομίσματα ευάλωτα σε υποτιμήσεις και αυξήσεις επιτοκίων για την ανάσχεση του πληθωρισμού, δημιουργώντας παράλληλα με τις εντεινόμενες κοινωνικές και πολιτικές ταραχές ιδίως στην Τουρκία(αλλά και την Αργεντινή και την Ουκρανία) ένα νέο εκρηκτικό μείγμα, που έφερε αυτόματα στο νου των διεθνών οικονομικών αναλυτών το προηγούμενο της κρίσης στις αναδυόμενες αγορές του 1997.
 Από την κατάρρευση τότε του ταϊλανδέζικου μπαχτ, φθάσαμε στη συνολική νομισματική-χρηματοπιστωτική κατάρρευση ολόκληρης σχεδόν της νοτιοανατολικής Ασίας, των γνωστών «τίγρεων» όπως αποκαλούνταν τα οικονομικά «θαύματα» της ασιατικής μεγαλομανίας με σήμα κατατεθέν τους σύγχρονους γυάλινους ουρανοξύστες με τα διαφημιστικά χρωματιστά τρέιλερ γνωστών πολυεθνικών τραπεζών και όχι μόνο. Από την Ασία η κρίση εξαπλώθηκε στη Ρωσία, η οικονομία της οποίας κατάρρευσε, στη Βραζιλία και την Αργεντινή, ενώ αλώβητη δεν είχε μείνει ούτε η προ-ευρώ Ελλάδα της δραχμής, υπενθυμίζοντας μας ότι το εθνικό νόμισμα από μόνο του, δεν μπορεί να λύσει τα ογκούμενα προβλήματα που δημιουργεί ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός των χρηματοπιστωτικών αγορών.
 Η υποτίμηση της τουρκικής λίρας
 Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της νομισματικής αναταραχής των τελευταίων ημερών είναι η Τουρκία, όπου η κεντρική τράπεζα της χώρας προχώρησε την Τρίτη σε μεγάλη αύξηση των επιτοκίων, από 4,5% σε 10% και από 7,75% σε 12%, προκειμένου να αποτρέψει την περαιτέρω υποτίμηση της λίρας, που πέρυσι είχε υποχωρήσει κατά 30% περίπου έναντι του δολαρίου. Η λίρα έχει υποχωρήσει κατά 16% έναντι το δολαρίου από τις αρχές Δεκεμβρίου, συγκαταλέγοντάς την στα νομίσματα με τις χειρότερες επιδόσεις στον κόσμο μαζί με τα νομίσματα της Αργεντινής και της Νότιας Αφρικής.
Η Τουρκία του «νεοθωμανού» Ταγκίπ Ερντογάν που υποτίθεται άφηνε πίσω τις ατέρμονες νομισματικές κρίσεις του 2000, που «έδιωχνε» το ΔΝΤ, κάνοντας ακόμη και πολλούς από τους δικούς μας «τουρκοφάγους» να ζηλεύουν με τον τουρκικό «τσαμπουκά», γίνεται ξανά επίκεντρο μιας κρίσης, της οποίας τα παλιρροιακά κύματα άγγιξαν τη Γουόλ Στριτ και το υπόλοιπο χρηματιστηριακό σύμπαν-για το τουρκικό «success story» που μπάζει νερά γράφαμε σε αυτό εδώ το Blog, πέρυσι τον Ιούνιο (http://oikonomiallomati.blogspot.gr/2013/06/t-success-story.html?view=magazine). Ο δείκτης S&P 500 είχε υποχωρήσει για φέτος μέχρι τη Δευτέρα 28/01(μία ημέρα πριν την αύξηση των τουρκικών επιτοκίων) κατά 3,6%. Το ίδιο χρονικό διάστημα ο δείκτης MSCI των αναδυόμενων αγορών είχε υποχωρήσει 7,1%.
 Οι αγορές «ξαφνικά» θυμήθηκαν το υψηλό τουρκικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο ανέρχεται σε 60 δισ. δολάρια το χρόνο και το 80% του οποίου χρηματοδοτείται μέσω βραχυπρόθεσμου δανεισμού. Τα τουρκικά συναλλαγματικά αποθέματα ανέρχονται σε 33 δισ. δολάρια, ποσό αρκετό για να καλύψει τις εισαγωγές για ενάμιση μήνα περίπου. Από την άλλη η αύξηση των επιτοκίων για να σταματήσει η ελεύθερη πτώση της λίρας, κάνει ακριβότερο το κόστος του χρήματος και απειλεί την ανάπτυξη η οποία είχε ήδη περιοριστεί στο 2,2% το 2012 από 8,9% την προηγούμενη χρονιά. Ο Ταγκίπ Ερντογάν  επιτέθηκε στο «λόμπι των επιτοκίων» και τα έβαλε με τα ξένα ΜΜΕ που συνωμοτούν εναντίον του. «Ασφαλώς και είμαι κατά της αύξηση των επιτοκίων», δήλωσε ο Ερντογάν μετά την απόφαση της κεντρικής τράπεζας, εκτοξεύοντας έμμεσα απειλές: «Αν κάτι συμβεί στο μέλλον θα είναι υπεύθυνοι(σ.σ. εννοεί το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας)».  «Η τουρκική οικονομία δεν θα επηρεαστεί από το σαμποτάζ», πρόσθεσε.
 Η Τουρκία από αγαπημένος διαμεσολαβητής των δυτικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της κεντρικής Ασίας, εξελίσσεται ξανά σε «αποπαίδι» του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Τα τουρκικά επιτόκια είναι από τα υψηλότερα στην Ομάδα των Είκοσι πιο Αναπτυγμένων Οικονομιών(G20).
 Ο Ταγίπ Ερντογάν ανήλθε στην εξουσία την επαύριον της τελευταίας μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2001, πλασάροντας εαυτόν ως ηγέτη μιας νέας πιο υγιούς οικονομικά Τουρκίας, που θα μπορούσε να παίξει, πατώντας στο οθωμανικό της παρελθόν, μεγαλύτερο ρόλο στη διεθνή πολιτική σκηνή, αξιοποιώντας τις καλές της σχέσεις με τον αραβικό κόσμο, το Ιράν αλλά και το Ισραήλ(παρά την πρόσφατη ρήξη στις σχέσεις των δύο κρατών).
 Για το κατά πόσο τα προεόρτια μιας ευρύτερης κρίσης θα επηρεάσουν εκτός από το εύφλεκτο εσωτερικό πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό και τις νεοθωμανικές βλέψεις του Ερντογάν, μένει ακόμη να φανεί.
Αργεντινή δύσκολα και χωρίς κοραλίτο
 Η Τουρκία δεν είναι άλλωστε η μόνη αναδυόμενη αγορά, που τρικλίζει. Η Αργεντινή είναι η άλλη χώρα η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της πρόσφατης νομισματικής αναταραχής. Το αργεντίνικο πέσο που «απελευθερώθηκε» από τα δεσμά του δολαρίου το 2001, υποτιμήθηκε κατά 15% την προηγούμενη εβδομάδα, αναγκάζοντας την κυβέρνηση του Μπουένος Άιρες να επιτρέψει περιορισμένες αγορές δολαρίων μόνο για όσους έχουν εισόδημα 7.200 πέσο το μήνα(900 δολάρια). Μόνο το 20% του πληθυσμού διαθέτει τέτοιου είδους εισόδημα. Τη Δευτέρα η κεντρική τράπεζα της χώρας ξόδεψε 135 εκατ. δολάρια για τη στήριξη του πέσο. Τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας μειώθηκαν από 52,7 δισ. δολάρια το 2011 σε μόλις 28,9 δισ. δολάρια, με το μεγαλύτερο μέρος τους να προορίζεται για την αποπληρωμή χρεών σε ξένες τράπεζες. Τα επιτόκια αυξήθηκαν επίσης στο 6%.
 Η υποτίμηση του πέσο και η νομισματική αναταραχή στην Αργεντινή έρχεται να μας υπενθυμίσει με τον πιο άγριο τρόπο ότι η φαινομενική ρήξη των κυβερνήσεων Κίρχνερ με τους διεθνείς πιστωτές δεν ήταν αρκετή, αφού δεν συνοδεύτηκε από ευρεία σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση αναδιάρθρωση της οικονομίας. Η ανάκαμψη της αργεντίνικης οικονομίας οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στη θέση της Αργεντινής ως σημαντικής εξαγωγικής χώρας σε πρώτες ύλες, τρόφιμα και κρέας, παρά σε αυτή καθεαυτή την αποδέσμευση του πέσο από το δολάριο, η οποία δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστικές φιλολαϊκές αλλαγές, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό ο λαός της Αργεντινής να βρίσκεται ξανά στους δρόμους.
 Οι αναλυτές ξορκίζουν το ενδεχόμενο ενός νέου 1997, λέγοντας ότι οι αναδυόμενες οικονομίες είναι καλύτερα θωρακισμένες από ότι τότε, διαθέτουν ικανοποιητικά συναλλαγματικά αποθέματα και τα νομίσματά τους δεν είναι συνδεδεμένα με το δολάριο. Επαινούν μάλιστα τον κρατικό παρεμβατισμό της Κίνας, τον οποίο θεωρούν «εγγύηση» ότι το Πεκίνο θα μπορέσει να διαχειριστεί την κρίση έτσι και φθάσει μέχρι εκεί.
Όπως και το 1997 η ασιατική νομισματική κρίση ήταν προεόρτια των κατοπινών ακόμη μεγαλύτερων κρίσεων του διεθνούς οικονομικού συστήματος(χρηματιστηριακή κατάρρευση dot.com, χρηματοπιστωτική κρίση 2008), έτσι και η παρούσα αναταραχή που έχει αρχίσει να σκιάζει από την Τουρκία μέχρι την Αργεντινή και από τη Νότια Αφρική μέχρι την Κίνα, αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο της κρίσης του διεθνούς καπιταλισμού, σε έναν ακόμη πιο αλληλοεξαρτώμενο χρηματοπιστωτικά κόσμο από ότι ήταν το 1998.
 Αν μάλιστα τότε η Fed  κατάφερνε με το κλασικό εργαλείο της μείωσης των επιτοκίων να σταματήσει τα κύματα της κρίσης έξω από τις αμερικανικές ακτές, η αμερικανική Ομοσπονδιακή τράπεζα τώρα έχει ξεμείνει από… όπλα. Αντιθέτως είναι η πολιτική του φθηνού χρήματος που ακολούθησε η Fed και σε μικρότερο βαθμό οι άλλες κεντρικές τράπεζες, που προκάλεσε την πρόσφατη κρίση.
Τελειώνουν... τα δολάρια της Fed
 Ο πρόεδρος της Fed Μπεν Μπερνάνκι έχει εδώ και καιρό προαναγγείλει το τέλος του φθηνού χρήματος και έχει από τον προηγούμενο μήνα ανακοινώσει τον περιορισμό της αγοράς ομολόγων από 85 δισ. δολάρια σε 75 δισ. δολάρια το μήνα. Οι ΗΠΑ έχουν ξοδέψει από το 2008 που κατάρρευση η Lehman Brothers, περισσότερα από 4 τρισ. δολάρια στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων. Ένα πρόγραμμα έμμεσης κοπής χρήματος, το οποίο δεν πήγε βέβαια στην αντιμετώπιση των αναγκών του αμερικανικού λαού που πιέζεται από περικοπές και δημοσιονομικές προσαρμογές των επί μέρους οικονομικών των αμερικανικών πολιτειών, αλλά στις υψηλότερες αποδόσεις στα χρηματιστήρια και τα νομίσματα των αναδυόμενων οικονομιών, στα ακίνητα της Κίνας και όποια άλλη προσοδοφόρο παρασιτική επένδυση προσφέρει η διεθνής κεφαλαιαγορά.
 Το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της Fed συνέβαλε στο να δημιουργηθεί πιστωτική φούσκα σε αναπτυσσόμενες οικονομικά χώρες όπως η Τουρκία και η Βραζιλία. Οι συσσωρευμένες εισροές κεφαλαίων στις αγορές ομολόγων των αναδυόμενων οικονομιών έφθασε από το 2008 στα 1,1 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ.
 Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης, αναφέρει έκθεση του ινστιτούτου McKinsey εξοικονόμησαν 1,6 τρισ. δολάρια μεταξύ 2007 και 2012, χάρη στα χαμηλά επιτόκια των κεντρικών τραπεζών.
 Όπως διαβάζουμε σε άρθρο του οικονομολόγου του Χάρβαρντ Richard Cooper για το Project Syndicate «οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εκτός χρηματοπιστωτικού τομέα εξοικονόμησαν 710 δισ. δολάρια χάρη στο χαμηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και τα πάμφθηνα επιτόκια, ενισχύοντας τα κέρδη τους κατά 5% περίπου στις ΗΠΑ και τη Βρετανία και κατά 3% στην ευρωζώνη».
 Στο ίδιο άρθρο διαβάζουμε ακόμη: «Οι αναδυόμενες οικονομίες επωφελήθηκαν επίσης από την πρόσβαση σε φθηνά κεφάλαια. Οι αγορές από ξένους, κρατικών και επιχειρηματικών ομολόγων από τις αναδυόμενες οικονομίες σχεδόν τριπλασιάστηκε μεταξύ 2009 και 2012, φθάνοντας στα 264 δισ. δολάρια. Μερικές από τις επενδύσεις αυτές χρηματοδοτήθηκαν αρχικά μέσω δανεισμού από τις αναπτυγμένες οικονομίες. Καθώς τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης(σ.σ. αγοράς ομολόγων) τελειώνουν, οι αναδυόμενες οικονομίες θα δουν εκροή κεφαλαίου».
«Αντιθέτως τα νοικοκυριά στρες ΗΠΑ και την Ευρώπη έχασαν 630 δισ. δολάρια σε καθαρά εισοδήματα από τόκους, εξαιτίας της ποσοτικής χαλάρωσης. Αυτό έπληξε τα παλιότερα νοικοκυριά τα οποία διέθεταν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονταν με τόκους και ευνόησαν τα νεώτερα νοικοκυριά που είναι καθαροί δανειστές».
 Φοβίζει η Κίνα
Αυτό που τρομάζει περισσότερο τις αγορές είναι η Κίνα η οποία παραμένει «ατμομηχανή» της παγκόσμιας οικονομίας. Σε πρόσφατό σχόλιο του στην εφημερίδα Financial Times, o Ρουχίρ Σάρμα, επικεφαλής του τμήματος αναδυόμενων αγορών στην Morgan Stanley Investment Management, προειδοποιεί ότι η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη «με σοβαρούς κινδύνους μιας μεγάλης επιβράδυνσης ή και κάτι χειρότερου».
 Το λεγόμενο σκιώδες τραπεζικό σύστημα της Κίνας, ένα ανεπίσημο δίκτυο διοχέτευσης πιστώσεων και ρευστού στην κινεζική αγορά, εκτιμάται ότι έχει συσσωρεύσει χρέη ύψους 4,8 τρισ. δολαρίων. Η αύξηση των κινεζικών επιτοκίων στην προσπάθεια των αρχών να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό και αποθαρρύνουν την υπερχρέωση, απειλεί τη βιωσιμότητα του κινεζικού τραπεζικού συστήματος. Στην τελευταία της έκθεση Global Data Watch  η JP Morgan αναφέρει: « Η αύξηση των επιτοκίων στη διατραπεζική αγορά, όσο η ρευστότητα παραμένει σφικτή, συνεχίζει να ανεβάζει το κόστος δανεισμού και σε συνδυασμό με τη μικρότερη ανάπτυξη, εγκυμονεί κινδύνους για έντονα χρηματοπιστωτικά στρες».
 Μία επιβράδυνση της κινεζικής ανάπτυξης θα έχει άμεση επίπτωση σε χώρες εξαρτημένες οικονομικά από την Κίνα, όπως η Βραζιλία, η Νότιος Αφρική και η Αυστραλία, που την προμηθεύουν κυρίως με πρώτες ύλες, αλλά και στις οικονομίες της νοτιοανατολικής Ασίας που λειτουργούν ως προμηθευτές σημαντικών μερών που έχει ανάγκη η κινεζική βιομηχανία.
 Αν σε όλα αυτά λάβει κανείς υπόψη τους παραλληλισμούς που έκανε στο Νταβός, ο ίδιος ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Σένζο Άμπε με το γερμανοβρετανικό ανταγωνισμό που οδήγησε το 1914 στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εν μέσω κλιμακούμενης έντασης μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας για την αμφιλεγόμενη κυριότητα του νησιωτικού συμπλέγματος στην ανατολική Ασία Senkaku(για τους Ιάπωνες) ή Diayu(για τους Κινέζους) δεν έχει παρά να ανησυχεί για το που οδηγείται ο πλανήτης με εκατομμύρια ήδη θύματα του ακήρυχτου οικονομικού πολέμου της επί μια εξαετία συνεχιζόμενης διεθνούς οικονομικής κρίσης. Οι συχνές μάλιστα αναφορές στο 1914 με αφορμή την κρίση στην ευρωζώνη-ΕΕ καθιστά επιτακτική την ανάγκη να ανατρέξουμε σε εκείνη την πρώτη μεγάλη ήττα του διεθνούς εργατικού κινήματος, προκειμένου να αποτρέψουμε τα τύμπανα του σωβινισμού-εθνικισμού που κτυπούν όλο και πιο δυνατά.
ΥΓ: Μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλούν οι υποσχέσεις Σαμαρά για έξοδο στις αγορές και απαρχή του τέλους των ελληνικών δεινών, εν μέσω εντεινόμενων διεθνών χρηματοοικονομικών αναταράξεων.
Πηγές:

Σύντομη Περιγραφή: 

Βαδίζουμε μήπως πρός ένα νέο παροξυσμό κρίσης τροφοδοτούνμεο από τα αλληλο-εξαρτώμενα γεγονότα του περιορισμού του ''φτηνού χρήματος'' από την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ και το κύμα υποτιμήσεων των νομισμάτων των αναπτυσσόμενων χωρών;  Οι ραγδαίες και συνάμα πυκνές εξελίξεις σε χώρες όπως η Αργεντινή, η Τουρκία, η Ινδία και φυσικά η Κίνα, έρχονται να υπενθυμίσουν ότι η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, μπορεί να καναλιζάρεται προσωρινά από τις ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες με αξιοποίηση ακριβώς της ιμπεριαλλιστικής επιβολής τους και την πολιτικο-στρατιωτική τους υπεροχή, αλλά κάθε άλλο παρά μπορεί να αναιρείται ουσιαστικά. Από την άλλη, η μορφή της κυοφορούμενης κρίσης, με έναυσμα την κατάρρευση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, θέτει τα όρια της συζήτησης γύρω από το  νόμισμα από μόνο του και  θέτει επί τάπητος το δίλημμα ''αντιδραστική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού ή αντικαπιταλιστική ανατροπή''.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

.feed-links {display: none;}